Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

υαλω

Oυτε σημερα το βραδυ κοιμηθηκε. Καθε φορα που εκλεινε τα ματια εβλεπε αυτο το σημειο ζωης, που τον ταλαιπωρουσε. Και δεν τα ξαναεκλεινε. Του ελειπες πολυ, εσυ και κυριως αυτα τα πονηρα αλεπουδισια ματια, αυτα που οταν τον κοιταζες ενιωθε οτι βρισκεται στον ομφαλο της γης. 
  Εμενε νηστικος για μερες και χαμενος στο συμπαν του, οταν εφευγες. Μυριζε τ'ακροδαχτυλα του, βαθια, να ξεκλεψει και το τελευταιο ιχνος, απο το αρωμα σου. Για μερες. Και μετα εκλαιγε. Και οταν το δακρυ τελειωνε, ξαναμυριζε και ξανακλαιγε. Κι ολο αυτο συνεχιζοταν ωσπου εξαντλημενος επεφτε σε ληθαργο, σε υπνο διχως ονειρα. 
  Σου τα λεω γιατι καταλαβαινω. Καταλαβαινω αληθεια. Κι εσυ καπου κρυφα το ιδιο κανεις. Ετσι δεν ειναι; 
   Δεν ελεγε μυστικα. Δεν ειχε και φιλους να τα πει. Αλλα ηταν βιτσιο να τα ξερει ο ιδιος. Το πρωτο πραγμα που εκανε οταν ερχοσουν, εκλαιγε σαν μικρο παιδι στην αγκαλια σου. Γελαγες μ'αυτο, θυμαμαι. Το θυμαμαι καλα. Οταν ειχε αγχος εκλαιγε περισσοτερο και δεν ηταν καθολου εφικτο να χαλιναγωγησει το παθος του. 
    Γιατι δεν τον ενοιαζε να πεθανει. Μονο να μην του πρηζουν τ'αρχιδια και κυριως να μην φευγεις εκεινα τα πικρα πρωινα. Ουτε και οριζε καπως αλλιως τη ζωη του. Δεν του εδειξαν και ποτε αλλον τροπο. 
    Καθεται σκυφτος και ανασαινει βαρια μεσα στο κατασκοτεινο δωματιο. Μπορω να τον δω γιατι τον ξερω καλα. Καλυτερα απο σενα. Μετραει τις ανασες του και ευχεται να ειχε τη δυναμη να βαλει ενα τελος. Στην αυπνια. Στο φοβο. Στα λαθη. Στο διαολο.
    Κανεις δεν θα κερδιζε απο αυτη τη χασουρα. Ουτε κι εσυ φυσικα. Προσπαθει να μην σκεφτεται, αλλα ο κομπος στο στομαχι ειναι παντοτε εκει σαν συναγερμος. Σαν μεγαλυτερος αδερφος. Που μπαινει μπροστα οταν τσακωνεσαι.  Η λυση ξερεις πια ειναι. Η τελικη λυση. Εσυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου