Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

μορντ

Ακουγοντας βαθια μεσα σου τη φωνη της πολης, καταλαβαινεις οτι δεν υπαρχει τιποτα περισσοτερο απο το τριξιμο των ξυλων που καιγονται, μιας και η ποιηση εχει πια εξαντληθει στα ορια της δημευσης των τελευταιων φρεσκων ιδεων. Καθε φορα που ακουω το τριζοβολημα της φλογας, θυμαμαι τον τροπο με τον οποιο με κοιταζες κατα τη διαρκεια του διωγμου. Το διχως αλλο περιμενες ενα μου κοιταγμα, ενα μου νευμα με ή χωρις νοημα. Απο νωρις στεκομουν εκει να σε περιμενω, μα δεν πινω πια χυμο κι ετσι εφυγες. 
   Νιωθω βαθια αιρετικος που περιμενω υπομονετικα να δω τα ματια σου να μαυριζουν και το βλεμμα σου να στεκει νωθρο πανω απο τις ανθρωπινες σαρκες. Οι κραυγες σου δεν ειναι πια εξιλεωση. Οι σκεψεις σου δεν ειναι πια καταφυγιο και η συγχρονη πολη δεν σου προσφερε τιποτα περισσοτερο απο συχνους εφιαλτες.
   Καθε φορα που ακουγες το παραμυθι επαιρνες μεσα σου διακριτικα το μερος των κακων, ετσι γι'αλλαγη, να σπασει το ποδι του ο χρονος και να σε βρει εκει να περιμενεις την επανεισοδο σου στα κιταπια του. Αλλα εσυ κατοικεις εντος του παλιου πια εργοστασιου παιδικοτητας και ανημπορος να δραπετευσεις, πλαθεις με το μυαλο σου εικονες, οραματα μιας σιωπηλης κοινωνιας.       
    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου